Σάββατο, 3 Ιανουαρίου 2015

Έθιμα του Πόντου. Το κόψιμο της Βασιλόπιτας από την Κούλα Καρνετσή



Έθιμα του Πόντου


Το κόψιμο της Βασιλόπιτας

Από την Κούλα Καρνετσή




Απόσπασμα από την καταγραφή του Κώστα Καραπατάκη, στο ΄΄Α΄Συμπόσιον Ποντιακής Λαογραφίας΄΄, Αθήναι 12-15.6.1981



  Οι Έλληνες του Πόντου, κόβανε την βασιλόπιτα το βράδυ της παραμονής της πρωτοχρονιάς, την ώρα που άλλαζε ο χρόνος. Πρώτα βγάζανε τη εικόνας το κομμάτ΄.  Ύστερα του παππού, της γιαγιάς, του πατέρα, της μάνας και των παιδιών, φωνάζοντας έναν  έναν με τη σειρά της ηλικίας τα ονόματά τους. Μαζί μ΄αυτά βγάζανε και για τον ξενιτεμένο, αν είχαν, καθώς και για τον ξένο, που τυχόν φίλευαν εκείνη τη βραδιά.

  Εκείνον που έπεφτε η παρά,  τον θεωρούσαν τυχερό και πίστευαν πως η χρονιά του θα πήγαινε καλά. Αν ήταν κοπέλα της ηλικίας για παντρειά, τότε λέγανε πως «άνοιξε η τύχη της και θα παντρευτεί μέσα στο χρόνο». Καλό σημάδι για όλη την οικογένεια ήταν αν η παρά έπεφτε΄ς  σην Παναΐα.

  Μετά το κόψιμο της πίτας και πριν αρχίσουν να τρώνε, ο μεγαλύτερος της οικογένειας, έπαιρνε ένα πιάτο με εφτά ζευγάρια καρύδια κι ένα μονό και τα΄ριχνε τρεις φορές προς τα΄απάνω λέγοντας:  «Εξέβαμεν ας σην κακοχρονίαν κι εσέβαμεν ΄ς  σην καλοχρονίαν  Άλλοι πάλι λέγανε: «Εδέβεν ο κακόν ο χρόνον κ’ έρθεν ο καλόν

  Όσα καρύδια πέφτανε μέσα στο ταψί της βασιλόπιτας, τα λέγανε τυχερά πιστεύοντας πως τα ΄δωσε ο Άι Βασίλης.

Με τα τυχερά καρύδια, που έπεφταν μέσα στο ταψί, καλαντίαζαν  την άλλη μέρα τα συγγενικά τους παιδιά και τα δεξιμάτια ΄τουν.

  Το πρωί, εκείνος που θα ξυπνούσε πρώτος, για να πάει να φέρει το καλαντόνερον  άς σό πεγαδ΄, θα μάζευε όλα τα καρύδια από κάτω και μ’ ένα κομμάτι βασιλόπιτας θα πήγαινε στη βρύση, χωρίς να μιλήσει στο δρόμο.

  Ο πρώτος που θα πήγαινε στη βρύση, θ’ άφηνε λίγα κουλούρια για «το στοιχειό της βρύσης» και θά παιρνε πίσω τα μισά «για να γυρίσει πάλι στο σπίτι τους το τυχερό». Ο δεύτερος θα’ παιρνε τα κουλούρια ή τα γλυκά του πρώτου και θά’ φηνε τα δικά του εκεί, για να τα πάρει ο άλλος, που θα πήγαινε κοντά απ’ αυτόν.  

  Σ’ άλλα χωριά του πόντου, το καλαντόνερον  το ‘παιναν τα μεσάνυχτα, την ώρα που θα χτυπούσε κάποιος την καμπάνα της εκκλησίας, με τον ίδιο τρόπο και με την ίδια διαδικασία, χωρίς να μιλήσουν στο δρόμο.

  Το καλαντόνερον  της πρωτοχρονιάς έπρεπε να είναι αμίλητο. Γι’ αυτό κ έπιναν όλοι από λίγο, και το πρωί νίβονταν όλοι από αυτό.

  Σ’ άλλα γύρω χωριά, αντί για κουλούρια και γλυκά, άφηναν λίγα σπειριά σιτάρι για το στοιχείο του πηγαδιού και το νερό το ‘παιρνε ο σπιτονοικοκύρης και όχι η γυναίκα του σπιτιού. Γυρίζοντας από τη βρύση με το καλαντόνερον, ράντιζε τα δωμάτια του σπιτιού, το σταύλο με τα ζώα, τ’ αμπάρια με τα γεννήματα και τα βαρέλια με το κρασί.  Το γκουγκούμιν με το καλαντόνερον, δεν έπρεπε να τ’ ακουμπήσει κάτω εκείνος που θα το ‘φερνε από τη βρύση, πριν φτάσει στο σπίτι και πιουν και νιφτούν όλοι απ’ αυτό, «για να μη χάσει τη δύναμη του και το τυχερό που είχε μέσα του».

  Ύστερα από την μεταφορά του καλαντόνερου, ο νοικοκύρης του σπιτιού έπαιρνε ένα βόδι από το σταύλο και αφού το ‘δενε με μια τριχιά από τα κέρατα, το τραβούσε στο ισόγειο δωμάτιο του σπιτιού, εκεί που συνήθως έμενε όλη η οικογένεια το χειμώνα και κοίταζαν με ποιο πόδι θα δρασκελούσε το κατώφλι της πόρτας. ‘Αν το βόδι περνούσε με το δεξί, η χρονιά θα πήγαινε πολύ καλά για το σπίτι. Έτσι, σαν έμπαινε μέσα το βόδι, το χάιδευαν, το φιλούσαν και του ‘διναν ένα κομμάτι πίτας να φάει. Την ίδια παρατήρηση έκαναν και την ώρα, που θα ‘βγαινε το βόδι.

  Τότε, το πρωτογέννητο παιδί του σπιτιού έκοβε ένα χλωρό κλωνάρι καρυδιάς και, καβαλικεύοντας το σαν άλογο, έμπαινε μέσα στο σπίτι και φώναζε «Εξέβαμεν ας σην κακοχρονίαν κι εσέβαμεν ‘ ς σην καλοχρονίαν!»

  Ύστερα ζητούσε τροφή και νερό για τ’ άλογο, κι εκείνοι του΄ διναν καρύδια, πίτα και χρήματα.

  Την πρωτοχρονιά ούτε δάνειζαν ούτε δανείζονταν, «για να μη

δανείζονται όλο το χρόνο». Το πρωί έπρεπε να του κάνει ποδαρικό κάποιος άλλος από ξένο σπίτι. Γι’ αυτό και φώναζαν κάποιο αγόρι ή κοπελίτσα της γειτονιάς, που θα περνούσε με το δεξί το κατώφλι της πόρτας, γιατί το μωρόν ανημάρτετον εν. Και τότε το κερνούσαν γλυκά, λεπτά και διάφορα δώρα.

  Στα ορεινά χωριά της Τραπεζούντας τα παιδιά, κρατώντας καλαντοκούρια στα χέρια, γύριζαν από σπίτι σε σπίτι και τραγουδούσαν:

                                       Αρχή κάλαντα, αρχή του χρόνου.

                          Πάντα κάλαντα, πάντα του χρόνου.

                          Αρχή μήλον εν, αρχή κυδών εν,

                         Αρχή βράσανον το μυριγμένον

                        Εμυρίστειν ατ’ ο κόσμος όλεν,

                        Εμυρίστεν α κι ο βασιλέας,

                        Για μυρίστ’ άτο και συ αφέντημ’

                        Εσύ’ ς σο ταρέσ’ κι εγώ ‘ς σην πόρταν,

                        Φέρον το φετίρ, θέλω να πάγω.

  Οι νοικοκυρές τους έδιναν τσίρια, λεπτοκάρυα και παράδας. 
  Στην Κερασούντα, όπως μου λέγε ο Σταύρος Κεσσόπουλος, που μένει στη Νέα Πεντέλη, όσα παιδιά ήταν τσιράκια (μαθητευόμενα) σε αφεντικά έφτιαχναν στεφάνια από δάφνες ή ελιές και στο κάθε φύλλο κολλούσαν από ένα φουντούκι. Στη μέση του στεφανιού κρεμούσαν ένα πορτοκάλι με μια ασπροκόκκινη κλωστή. Όλα αυτά, αφού τα χρύσωναν με βαράκι, τα ‘δεναν με μια κορδέλα, δεμένη σε φιόγκο, και τα πήγαιναν στ’ αφεντικό, για τα «χρόνια πολλά». 

Καλή Χρονιά