Σάββατο, 8 Νοεμβρίου 2014

Το αμπέλι μας από την Κούλα Καρνετσή


                                  

     Το Αμπέλι μας







Σε μια ρόγα από σταφύλι,

Έπεσαν οκτώ σπουργίτες

Και τρωγόπιναν οι φίλοι,

Τσίρι τίρι, τσιριτρό΄

Τσιριτρί, τσιριτρό.


Πως μούρθε τώρα αυτό το ποίημα έτσι ξαφνικά, από το πουθενά, στο μυαλό;

Πως άνοιξαν διάπλατα τα παραθυρόφυλλα της μνήμης και ήρθαν τόσες θύμισες, εικόνες ξεχασμένες;

Ήταν τα μαύρα , μοσχάτα και λαχταριστά σταφύλια που τακτοποιούσα στην πιατέλα… ήταν τα δυό σπουργιτάκια που πριν λίγο χάζευα από το παράθυρο πάνω στο κλίμα του γείτονα… δεν ξέρω…


Άρχισε πάλι χορό η μνήμη βασανιστικό μα κι΄ όμορφο! Ο χρόνος μηδενίζεται, ξεδιπλώνονται τα   διπλωμένα φύλλα του νου και ξεπηδούν εικόνες, σκόρπιες και μπερδεμένες, γεύσεις και μυρουδιές, που αναστατώνουν για μια ακόμη φορά την ψυχή μου. Μαζεύω τα κομμάτια και προσπαθώ να τα βάλω σε μια τάξη. Κρατώ όσα με τα σταφύλια και τ΄ αμπέλι μας  έχουν σχέση, τα άλλα στην άκρη πάλι τα διπλώνω μιαν άλλη ώρα να τα ξαναβρώ.


Τ΄ αμπέλι μας το όμορφο, το κοντοκλαδεμένο, με τα γερά του κούρβουλα και τα πολλά σταφύλια, με τις συκιές του και τις κυδωνιές, όλα φυτεμένα από τα χέρια του παππού μου του Πέτρου, ήταν η χαρά η φθινοπωρινή.

Όχι μόνο η δική μας, μα και όλων των χωριανών ήταν χαρά, αφού σχεδόν κάθε σπίτι, είχε και  τ΄ αμπελάκι του, μα και όσοι δεν είχαν δικό τους αμπέλι, χαρά μεγάλη κάνανε, γιατί τρώγαν σταφύλια από του γείτονα, του φίλου και του συγγενή, τότε, που οι άνθρωποι, μοιράζονταν ακόμα τα αγαθά της γης, που πλούσια τους τάδινε.


Απλωμένα ήταν τ΄αμπέλια της Μικρόπολης, σε διάφορα σημεία γύρω από το χωριό. Άλλα στις καπίνες, άλλα στις μπαντίνες και άλλα στα Κ΄ργια……….. Εκεί και το δικό μας! Λιάζονταν, ωρίμαζε τους καρπούς του προφυλαγμένους κάτω από τα φύλλα   τα πλατιά , τους μέλωνε, έσταζε γλύκα και μας περίμενε. Τις φωνές μας να ακούσει ήθελε, τα γέλια μας και τα τραγούδια, να νοιώσει το άγγιγμα τ΄ ανθρώπινο πάνω στα φύλλα τα πλατιά, στα κοτσάνια και τους κορμούς του. Απλόχερα μας αντάμοιβε για τις φωνές και το άγγιγμά μας. Μας δρόσιζε με τους καρπούς του, γλύκαινε τον ουρανίσκο να ξεπλυθεί από την πίκρα του ζιφιριού,, αρωμάτιζε μοσχάτες τις αισθήσεις μας, πάσχιζε με τ΄ αρώματα, να απαλύνει την βαριά μυρουδιά του καπνού, πούχε  ποτίσει σώμα, ρούχα και ψυχή.


Από τα τέλη Αυγούστου, άρχιζε το πηγαινέλα στα αμπέλια μας. Άνδρες και γυναίκες έκαναν ένα διάλειμμα, από τον μόχθο του καπνού και γέμιζαν ένα, άντε δύο καλάθια, από τα πρόωρα ωριμασμένα τσαμπιά. Για διασκέδαση το είχαν, για βόλτα στην εξοχή, για παρέα και για κουτσομπολιό.  Διασκέδαση και για μας, τα παιδιά. Χαρά ανείπωτη, όταν μας άφηναν να πάμε μόνοι μας, να φέρουμε σταφύλια! Από την μια αισθανόμασταν μεγάλοι, γιατί μας εμπιστεύονταν να κάνουμε δουλειές των μεγάλων και από την άλλη… ξέρεις τι είναι να γλιτώνεις από το μπούρλιασμα! Το πώς μας εμπιστεύονταν οι γονείς μας και μας άφηναν παιδάκια έξη, οκτώ και δέκα χρονών, να φορτώνουμε τα καλάθια στο γαϊδουράκι,  να πηγαίνουμε στ΄ αμπέλια, να γεμίζουμε τα καλάθια σταφύλια, να τα φορτώνουμε γεμάτα στο σαμάρι και να γυρίζουμε μετά από ώρες στο σπίτι, τώρα που μεγάλωσα , δεν μπορώ να το εξηγήσω. Τότε, μας φαινόταν φυσιολογικό, μα και στους γονείς μας, φυσιολογικό φαινόταν, γιατί όλοι λειτουργούσαν και συμπεριφέρονταν το ίδιο.


Τόσο ήμασταν, μια φορά θυμάμαι… και πώς να το ξεχάσω… όταν η Θοδώρα η αδελφή μου, ο ξάδελφός  μου ο Ηρακλής  και η αφεντιά μου, ξεκινήσαμε για τ΄ αμπέλι. Οκτώ, επτά και δέκα χρονών αντίστοιχα ο καθένας μας. Μια μέρα του  Αυγούστου ζεστή, νωρίς το απόγευμα ήταν. Φορτώσαμε τον γάιδαρο, με έναν τενεκέ από την μία και ένα καλάθι από την άλλη, πήραμε και λίγο ψωμοτύρι μαζί μας και τζιομ… δρόμο! Με γέλια, χαρές και παιχνίδι στο δρόμο, ούτε που  καταλάβαμε πως φτάσαμε! Μαζέψαμε σταφύλια, μαζέψαμε σύκα, γεμίσαμε το καλάθι και τον τενεκέ. Φάγαμε και το τυρί μας με σταφύλια και ψωμί  για κολατσιό, φάγαμε και σύκα μπόλικα για φρούτο, ήπιαμε και ένα παγούρι νερό, την κάναμε ταράτσα! Χαζέψαμε, παίξαμε, γελάσαμε… περάσαμε πολύ ωραία. Εκδρομή αξέχαστη!


Κάποτε, αποφασίσαμε να φύγουμε. Έπρεπε να φορτώσουμε. Βάζουμε τον γάιδαρο στην μέση, απ΄ την μια μεριά εγώ και η αδερφή μου, από την άλλη ο Ηρακλής μόνος του, άνδρας για… και μάλιστα Ηρακλής… δεν χρειαζόταν βοήθεια. Εμένα μου λες!

Πώς να σηκώσουμε το καλάθι γεμάτο μέχρι το σαμάρι, να το δέσουμε με την τριχιά και μετά απ΄ την άλλη μεριά τον τενεκέ; Κοντός βέβαια ο γάιδαρος, αλλά εμείς, όχι μόνο πιο κοντοί, αλλά και αδύναμοι σαν τσάκνα. Αέρας να μας φυσούσε θα πέφταμε.

Προσπαθούσαμε όμως!

Τι το θες… φορτώναμε απ΄ την μια μεριά, μας έπεφτε απ΄ την άλλη και άντε πάλι απ΄ την αρχή. Ο Ηρακλής αν και πιο μικρός, ως άνδρας και ως Ηρακλής… ήξερε να κάνει κόμπους καλούς με την τριχιά. Έλα όμως που δεν μπορούσαμε να κρατήσουμε το βάρος τόσο ψηλά και έπεφτε το σαμάρι ολόκληρο, απ΄ την πλευρά την φορτωμένη!

Ώρες πολεμούσαμε να τα καταφέρουμε. Δεν το βάζαμε κάτω, είχαμε πείσμα, μα δεν τα καταφέραμε. Άρχισε να νυχτώνει και μεις εκεί… ώσπου για καλή μας τύχη, μας πήρε είδηση ο αγροφύλακας, ήρθε κοντά και αφού πρώτα μας μάλωσε, φόρτωσε τον γάιδαρο και φύγαμε.


Πήραμε ανάσα, ανακουφιστήκαμε, μα δεν ήταν για πολύ, γιατί είχε σκοτεινιάσει για τα καλά και ούτε τον δρόμο δεν βλέπαμε. Βάλαμε τον γάιδαρο μπροστά, που ήξερε τον δρόμο και μας οδηγούσε και πίσω του εμείς, να μην χαθούμε. Αντί να τραβάμε εμείς τον γάιδαρο, τραβούσε ο γάιδαρος εμάς. Σίγουρα πράματα… θα μας πήγαινε κατ΄ ευθείαν στο σπίτι, το ξέραμε! Κόπηκαν τα γέλια, κόπηκαν οι χαρές και η ψυχή στο στόμα από τον φόβο. Ησυχία παντού, δεν ακουγόταν τίποτα παρά μόνο τα βήματα του ζωντανού και τα δικά μας. Όσο η ησυχία της νύχτας βάθαινε, τόσο ο φόβος μας μεγάλωνε και με τον παραμικρό θόρυβο, σκιρτούσαμε και αλαφιαζόμασταν.


Φτάναμε σχεδόν κοντά στο ρέμα, στον Άγιο Βασίλη, όταν την ησυχία της νύχτας, έσπασε το ποδοβολητό αλόγου, που στην αρχή ακούγαμε από μακριά, μα όλο και πλησίαζε. Εκεί να δεις φόβο! Τι ήταν τώρα αυτό, που όλο μας πλησίαζε; Σαν πιο μεγάλη εγώ, έπρεπε κάτι να σκεφτώ, κάπου να κρυφτούμε, μα ο δρόμος ήτανε στενός, ολόγυρα δεν βλέπαμε και πού να κρύψεις κοτζάμ γάιδαρο φορτωμένο. Το ποδοβολητό του αλόγου, όλο και πιο κοντά, όλο και πιο γρήγορο το τρέξιμο. Όποιος και νάταν, τεσσεράδα έτρεχε και μας πλησίαζε επικίνδυνα. Είχαμε παγώσει από τον φόβο. Ο σφυγμός  μας γρήγορος, συγχρονίζονταν με τα βήματα του αλόγου που ακούγαμε και η καρδιά, κόντευε να πεταχτεί από το στήθος έξω, τόσο γρήγορα και δυνατά χτυπούσε.

Όταν ένα άσπρο άλογο, αλαφιασμένο, φάνηκε μπροστά μας, κοντέψαμε και οι τρείς να σωριαστούμε κάτω. Γρήγορα όμως,  ο φόβος έγινε χαρά, γιατί χαρούμενο ήταν το χλιμίντρισμα  και το τίναγμα του κεφαλιού του αλόγου, που μας γνώρισε και ο αναβάτης, που μέσα στην νύχτα έτρεχε στις ερημιές, ο μπαμπάς μου ήτανε που σαν τρελός έψαχνε για να μας βρει. Μέχρι και ο γάιδαρος έκανε χαρά μεγάλη που είδε τον αφέντη του, είδε και τον σύντροφό του στο παχνί και τις δουλειές και άρχισε να γκαρίζει τόσο δυνατά, που σκιάχτηκαν και έφυγαν μακριά, όλα της νύχτας τα ζωντανά.

Ξεχνιέται τέτοια εκδρομή!


Τον  Σεπτέμβρη ήταν η χαρά του αμπελιού, μα και του χωριού ολόκληρου, γιατί ερχόταν πανηγύρι,  ήταν οι μέρες του τρύγου. Απ΄ το ξημέρωμα, κομβόι ξεκινούσαν τα κάρα και τα ζώα φορτωμένα και μέχρι το βράδυ έκαναν αμέτρητες φορές τον δρόμο από το χωριό στ΄ αμπέλι με κοφίνια αδειανά και  από τ΄ αμπέλι στο χωριό με τα κοφίνια ξέχειλα, να στάζουνε μούστο και μυρωδιές μεθυστικές.

Γέμιζαν τ΄ αμπέλια με ζωή ανθρώπινη. Άνδρες με  παντελόνια μάλτες και καπέλα ψάθινα, γυναίκες , με τις μαντήλες τους τις άσπρες και τα γκρι ή μπλε τους μπόγια, που ήταν φούστες φαρδιές και μακριές, κοπέλες με τα ροδαλά τους μάγουλα με τις πολύχρωμες μαντήλες και τις χονδρές πλεξούδες στα μαλλιά , παλικάρια όλο νιάτα κι΄ ομορφιά, έπιαναν δουλειά . Με σουγιάδες και τσεκμέδες έκοβαν τα τσαμπιά και σε καλάθια πλεχτά τα μάζευαν που τα άδειαζαν κατόπιν σε κοφίνια. Έκρυβαν τα φύλλα τα πλατιά, ματιές κλεφτές, γελάκια πονηρά και τρυφερά τυχαία αγγίγματα.  Σκόρπαγε ο αέρας κάλεσμα ερωτικό, ανάμεσα στα αγόρια και τις κοπελιές, όλα μέσα στο κλίμα της χαράς και της ευφορίας, που ο θεός Διόνυσος άφησε απλόχερα στις πλαγιές του Μενοικίου. Αντιλαλούσαν οι πλαγιές απ΄ τα τραγούδια, τα γέλια και τα χωρατά, και απ΄ τις φωνές των παιδιών, που τσούρμο έτρεχαν τα πιο μικρά μέσα στις αράδες, ενώ τα πιο μεγάλα βοηθούσαν στο κόψιμο των τσαμπιών.


Η χαρά όμως η μεγάλη, για μας τα παιδιά, ήταν η μέρα η επόμενη. Από το πρωί άρχιζε το πάτημα των σταφυλιών, άλλα στα πατητήρια και άλλα σε σκάφες ξύλινες. Εμείς, αμπέλι ωραίο μπορεί να είχαμε, μα  πατητήρι  δεν είχαμε. Είχαμε όμως μια σκάφη ξύλινη, τεράστια και ασήκωτη. Την έστηνε ο μπαμπάς μου στην αυλή με την μια μεριά ανασηκωμένη, λίγο πιο ψηλά. έριχνε  τα σταφύλια στην μεριά την ανασηκωμένη και εκεί με τα πόδια γυμνά τα πατούσε, για να μπορεί ο μούστος να μαζεύεται χαμηλά και να τον αδειάζει η μάνα μου με ένα μαστραπά, σε δοχείο έξω από την σκάφη. Τι χαρά κάναμε όταν βλέπαμε να διπλώνει τα παντελόνια ψηλά μέχρι το γόνατο, να πλένει τα πόδια του και να τσαλαβουτά στα σταφύλια! Πολλές φορές βουτούσαμε και εμείς και χοροπηδούσαμε σαν τρελά μέσα στα σταφύλια. Μεθούσαμε από χαρά, από τις μυρουδιές και τις αναθυμιάσεις, μα και τον μούστο , πούταν γλυκός και νόστιμος. Στα κρυφά, παίρναμε κύπελλα και πίναμε, γιατί οι μεγάλοι δεν μας άφηναν και σίγουρα μεθούσαμε, αφού τρέχαμε πάνω κάτω σαν τρελά και όλο γελούσαμε. Πόσο πολύ γελούσαμε εκείνη την ημέρα!

Τσίρι- τίρι- τσιριτρό…. τραγουδούσαμε και χοροπηδούσαμε μ΄ένα τσαμπί σταφύλι στο χέρι!


Στήνονταν και τα καζάνια στις αυλές, πάνω σε δυο μεγάλες πέτρες που ανάμεσά τους έκαιγε η φωτιά. Η μυρουδιά του φρεσκοστυμμένου σταφυλιού, έσμιγε με τις μυρουδιές από τα ρετσέλια και τα πετιμέζια που έβραζαν στα καζάνια και γέμιζε ο αέρας στις αυλές της Μικρόπολης, μυρουδιά μεθυστική. Τα κυδώνια και τα κολοκύθια έτοιμα, κομμένα και καθαρισμένα, περίμεναν να μπούν μέσα στον μούστο,  μαζί με τα μυρωδικά να βράσουν, να δώσουν και αυτά το άρωμά τους, να γίνει το ρετσέλι, τροφή και γλύκισμα για τον χειμώνα τον βαρύ και το παστάλι.

Τον μούστο τον βάζανε μέσα σε βαρέλια και εκεί τον άφηναν να γίνει η ζύμωση, να κάτσει η μούργα χαμηλά και εκεί το θαύμα να γενεί! Ο ζωμός από το σταφύλι, να μετουσιωθεί σε υγρό κρυστάλλινο, σε ουσία θεϊκή και μεθυστική, σε κρασί κόκκινο.


Χωριστά έμπαιναν τα σταφύλια που ήταν για τσίπουρο. Σαράντα μέρες έμεναν στα βαρέλια και μετά με κάρα τα μετέφεραν σε χωριά που είχαν καζάνια για απόσταξη. Οι παππούδες μου, στο Αγιοχώρι τα πήγαιναν, μέχρι που έστησε καζάνι στο χωριό ο Αργύρης και γλύτωσαν την ταλαιπωρία. Ποιός δεν θυμάται τα τσίπουρα του Αργύρη! Ευτυχώς που συνεχίζει την παράδοση ο Κώστας ο Ουζούνης και έχει και σήμερα το χωριό τον δικό του αποστακτήρα με τσίπουρα κρυστάλλινα.  


Όταν το κρασί ήταν έτοιμο, στο σπίτι μας, έμπαινε σε μια μεγάλη νταμιτζάνα γυάλινη, ολοστρόγγυλη, σαν μπάλα τεράστια ,προφυλαγμένη με ψάθα μέχρι την μέση. Ογδόντα οκάδες κρασί έπαιρνε αυτή η νταμιτζάνα, τόσο μεγάλη ήταν!  Σε ένα δωμάτιο σκοτεινό, την έβαζε ο πατέρας μου, πάνω σε βάση στέρεη, από σίδερο σφυρήλατο. Από το στενό της στόμιο, έβαζε ένα κομμάτι λάστιχο, που το ένα του άκρο ήταν μέσα στο κρασί και το άλλο κρέμονταν έξω από την νταμιτζάνα.

Στιγμή γεμάτη μυστήριο και κόλπα μαγικά, φάνταζε στα μάτια μας τα παιδικά η ώρα που έβγαζε ο μπαμπάς κρασί από την νταμιτζάνα! Μόλις τον βλέπαμε να παίρνει στα χέρια του την κανάτα την γυάλινη του κρασιού, τρέχαμε ξοπίσω του σαν τρελά .Σκοντάφταμε πολλές φορές και κόντευε να πέσουμε από την σκάλα, πάνω στην βιασύνη μας να ανέβουμε γρήγορα στο πάνω πάτωμα, μη δεν προλάβουμε και βγάλει το κρασί χωρίς εμάς. Με δέος και μάτια ορθάνοιχτα παρακολουθούσαμε να βάζει το λάστιχο στο στόμα, να ρουφά απότομα με δύναμη και να γυρίζει γρήγορα, με κινήσεις σίγουρες και σταθερές, το λάστιχο μέσα στην κανάτα. Εκεί ήταν το θαύμα, το ανεξήγητο! Το λάστιχο έτρεχε από μόνο του και γέμιζε την κανάτα με κατακόκκινο κρασί. Πριν ξεχειλίσει η κανάτα, σήκωνε ο μπαμπάς το λάστιχο ψηλά, το κρατούσε για λίγη ώρα μέχρι να αδειάσει το κρασί που είχε μέσα και το στερέωνε στο πλάι. Πώς να εξηγήσει το μυαλουδάκι μας το παιδικό, όλη αυτή την διαδικασία!


Χαρά μεγάλη, ακόμα και τώρα νοιώθω μέσα μου, όταν στην μνήμη μου έρχονται όλα αυτά και τυχερή πολύ αισθάνομαι, που ευτύχισα να ζήσω όλο αυτό το πανηγύρι, να γευτώ και να μυρίσω όλες τις γεύσεις και τα αρώματα, που την ζωή μου ομόρφυναν και αρωμάτισαν.

Γειά και χαρά σε όλους εσάς, που γλιστρήσατε πατώντας μια ρόγα σταφύλι στην αυλή του πατρικού, που καήκατε ακουμπώντας κατά λάθος πάνω στο καζάνι που έβραζε στην αυλή, που χορτάσατε την πείνα σας με ένα τσαμπί σταφύλι, τραγουδώντας…. τσίρι –τίρι- τσιριτρό- τσιριτρί-  τσιριτρό!  



Υ.Γ.

Ένα σπουργίτι μου είπε… ότι η Δέσποινα η Μαμλιάγκα, έκανε φέτος ρετσέλι. Σας περιμένω να κεραστούμε παρέα. Εγώ πάντως θα πάω, τάχα για επίσκεψη… δεν θα μου την γλυτώσει...θα δοκιμάσω το ρετσέλι της!


Κούλα Καρνετσή