Σάββατο, 15 Ιανουαρίου 2011

Μπορεί και να δακρύσεις, αλλά αξίζει τον κόπο!!!!


Υπάρχουν ακόμη άνθρωποι γύρω μας που αγαπάμε.


Δεν είναι ποτέ αργά....Η γυναίκα μου, μου πρότεινε να βγω με μια άλλη γυναίκα.

---Γνωρίζω πολύ καλά πόσο την αγαπάς, μου είπε μια μέρα ξαφνιάζοντάς με.Η ζωή είναι πολύ σύντομη, αφιέρωσέ της λίγο χρόνο....

---Μα εγώ ΕΣΕΝΑ αγαπώ της είπα έντονα.

---Το ξέρω μου απάντησε. Εξίσου όμως αγαπάς κι εκείνη.

Και επειδή δεν
καταλάβαινα τι ήθελε να πει, μου αποκάλυψε ότι η γυναίκα την οποία
εννοούσε, ήταν η μητέρα μου.... Χήρα εδώ και χρόνια. Όμως, οι
απαιτήσεις της δουλειάς και των παιδιών, με ανάγκαζαν να την
επισκέπτομαι αραιά και που.

Εκείνο το βράδυ της τηλεφώνησα και την προσκάλεσα σε δείπνο κάπου έξω και μετά κινηματογράφο.

---Τι συμβαίνει; Είσαι καλά; με ρώτησε.

Η μητέρα μου είναι από τους ανθρώπους που εκλαμβάνει ένα νυχτερινό τηλεφώνημα ή μια αναπάντεχη πρόσκληση ως αρχή κακών μαντάτων

---Νόμιζα πως θα ήταν καλή ιδέα να περνούσαμε λίγο χρόνο μαζί, της απάντησα. 'Οι δυο μας, μόνοι. Τι λες;'


Αφού σκέφθηκε λιγάκι μου είπε: 'Θα το ήθελα πάρα πολύ.'

Εκείνη την Παρασκευή, μετα το γραφείο μου, καθώς οδηγούσα το αυτοκίνητό μου για να πάω να την πάρω, αισθανόμουν περίεργα. Ήταν ο εκνευρισμός που προηγείται ενός ραντεβού. Και έκπληκτος πρόσεξα όταν έφθασα στο σπίτι της, πως και η ίδια ήταν
φοβερά συγκινημένη!

Με περίμενε στην πόρτα φορώντας το παλιό καλό παλτό της. Είχε περιποιηθεί τα μαλλιά της και ήταν ντυμένη με το φόρεμα, με το οποίο είχε εορτάσει την τελευταία επέτειο
του γάμου της. Το χαμογελαστό πρόσωπό της ακτινοβολούσε, όπως το πρόσωπο
ενός αγγέλου....

---Είπα στις φίλες μου ότι θα βγω με το γιο μου και όλες τους συγκινήθηκαν, μου είπε, καθώς έμπαινε στο αυτοκίνητό μου. Και θα περιμένουν με αγωνία μέχρι αύριο για να
μάθουν τα πάντα για τη βραδινή έξοδό μας, συμπλήρωσε.

Πήγαμε σε ένα εστιατόριο όχι από τα καλά, αλλά με ζεστή ατμόσφαιρα. Η μητέρα μου με έπιασε από το μπράτσο και περπατούσε καμαρωτά δίπλα μου σαν να ήταν ’Η Πρώτη Κυρία της χώρας.’

Μόλις καθίσαμε, έπρεπε εγώ να της διαβάσω τον κατάλογο με τα φαγητά, μια και τα μάτια της κουρασμένα από το πέρασμα του χρόνου, δεν μπορούσαν να διαβάσουν τα ψιλά γράμματα του τιμοκαταλόγου.

Όταν έφθασα στη μέση, σήκωσα το πρόσωπό μου και την κοίταξα. Η μαμά μου καθόταν στην άλλη άκρη του τραπεζιού και με χάζευε. Ένα νοσταλγικό χαμόγελο ήταν ζωγραφισμένο στα χείλη της.

---Θυμάμαι, πως εγώ ήμουν εκείνη που σου διάβαζε κάποτε τον κατάλογο όταν ήσουν
μικρός, μου είπε.

---Ήρθε η ώρα λοιπόν να ξεκουραστείς και να μου επιτρέψεις να σου ανταποδώσω τη χάρη,απάντησα.

Κατά τη διάρκεια του γεύματος είχαμε μια ευχάριστη συζήτηση. Τίποτα το εξαιρετικό, απλά το πώς περνάει ο καθένας μας κάθε μέρα.

Μιλούσαμε για ώρες, που τελικά χάσαμε την ταινία στον κινηματογράφο.

---Την Επόμενη φορά που θα
βγούμε, αν μου επιτρέψεις , θα σου κάνω εγώ το τραπέζι... μου είπε η
μητέρα μου καθώς αργά γυρίσαμε στο σπίτι. Την φίλησα, την αγκάλιασα
και την καληνύχτισα.

---Πώς πήγε το ραντεβού;
θέλησε να μάθει η γυναίκα μου μόλις μπήκα στο σπίτι εκείνο το βράδυ.

---Πολύ όμορφα,
σ’ευχαριστώ. Περάσαμε περισσότερο καλά απ’ό,τι περίμενα, της απάντησα.

Μερικές μέρες αργότερα η μητέρα μου ’έφυγε’ από ανακοπή της καρδιάς. Όλα συνέβησαν τόσο γρήγορα... Δεν μπόρεσα να κάνω σχεδόν τίποτα.

Λίγο καιρό μετά, έλαβα έναν φάκελο από το εστιατόριο όπου είχαμε δειπνήσει με τη μητέρα μου. Μέσα είχε ένα σημείωμα που έγραφε:

'Το δείπνο είναι προπληρωμένο. Ήμουν σχεδόν βέβαιη πως δεν θα μπορούσα να παρευρεθώ, κι έτσι πλήρωσα για δύο άτομα, για σένα και τη σύζυγό σου. Δεν θα μπορέσει ποτέ σου να αισθανθείς, τι σήμαινε εκείνη η βραδιά για μένα.
Σ' αγαπώ!'

Εκείνη τη στιγμή
συνειδητοποίησα πόσο πολύ είχα καθυστερήσει , να της πω εγκαίρως 'Σ'
ΑΓΑΠΩ'. Συνειδητοποίησα επίσης πόσο σπουδαίο είναι να δίνουμε στους
αγαπημένους μας το χρόνο που τους αξίζει. Τίποτα στη ζωή δεν είναι και
δεν θα είναι πιο σημαντικό, από την οικογένεια μας...

Γι' αυτό αφιέρωσε λίγο χρόνο σ’αυτούς που αγαπάς, γιατί αυτοί δεν μπορούν να περιμένουν.

Εάν η μητέρα σου ζει... Απόλαυσε τη κάθε στιγμή μαζί της.

Εάν δεν ζει... Να τη θυμάσαι πάντα με τρυφερότητα.

Προώθησε κι εσύ αυτό το
μήνυμα.

Ίσως κάνεις κάποιους να
αισθανθούν κάτι, για εκείνην που ξέχασαν.... Γι' αυτό το υπέροχο ον
που
λέγεται. ΜΗΤΕΡΑ!

Και να θυμάσαι πάντα:

Ο χρόνος ποτέ δεν συγχωρεί!

Ούτε μπορεί να γυρίσει
πίσω.

Τετάρτη, 12 Ιανουαρίου 2011

ΚΑΛΙΚΑΝΤΖΑΡΟΙ από την Κούλα Καρνετσή

Δωδεκαήμερα. Από τα Χριστούγεννα μέχρι των Φώτων.
Μέρες χαράς για τους Χριστιανούς.
Μέρες χαράς και για τους καλικάντζαρους.
Κάθε χρόνο τέτοιες μέρες, αυτά τα τριχωτά κακάσχημα ξωτικά, άφηναν τα έγκατα της γης που κατοικούσαν και ανέβαιναν στον κόσμο τον επάνω.
 Όλο τον χρόνο, ροκάνιζαν το δέντρο που τα κλαδιά του κρατούσαν τον φλοιό της γης.

 
Σαν έφταναν στο τέλος και ο κορμός κρατούσε λίγο, από φόβο μην πέσει το δέντρο απάνω τους και τους πλακώσει,  έφευγαν τρέχοντας απάνω στη γη να πειράξουν και να περιγελάσουν  τους ανθρώπους .  Σαν έφταναν όμως τα φώτα και άγιαζε ο παπάς τα νερά, όπου φύγει, φύγει. Γυρνούσαν πάλι στα λαγούμια τους, μα σαν κατέβαιναν, αντίκριζαν το δέντρο ακέραιο με τον κορμό του νάχει θρέψει . Έπιαναν πάλι δουλειά και άρχιζαν  από την αρχή το καταχθόνιο έργο τους, μέχρι τα άλλα Χριστούγεννα.
Δεν ξέρω στα άλλα μέρη, μα στην Μικρόπολη, τα χρόνια τα παλιά, κάθε χρόνο έρχονταν οι καλικάντζαροι. Εγώ δεν τους είδα ποτέ όπως και κανένα άλλο παιδί. Πώς να τους βλέπαμε άλλωστε, αφού την ημέρα κρύβονταν και μόνο σαν έπεφτε σκοτάδι βαθύ έβγαιναν και περιγελούσαν τους ανθρώπους.
Παιδάκια εμείς, με τις κοντές φουστίτσες και τα κοντά καλτσάκια στο καταχείμωνο, με ξυλιασμένα από το κρύο ποδαράκια, μαζευόμασταν κοντά στους παππούδες και τις γιαγιάδες και ακούγαμε ιστορίες για νεράιδες, φαντάσματα και ξωτικά.
Έξω μπορεί να είχε κρύο και χιόνια πολλά και τα τζούντζουρια να κρέμονταν σαν λαμπάδες παγωμένες και διάφανες από τα κεραμίδια, μέσα όμως στις κάμαρες των σπιτιών, η ζέστη ήταν περισσή, γιατί τα ξύλα ήταν μπόλικα.
Άναβαν και μπουμπούνιζαν οι μασίνες και μεις, όλα γύρω,  καθισμένα κατάχαμα πάνω στα υφαντά μιντέρια, κρεμόμασταν από τα χείλη των μεγάλων.  
Αγαπημένο θέμα των Χριστουγέννων, οι καλικάντζαροι.
Τις πιο ωραίες και παραστατικές ιστορίες για τους καλικάντζαρους, μας τις έλεγε η θεία Μαρία του Μπάνιου, η ΄΄ Μπάνικόλαινα΄΄ όπως την φώναζαν.
Κάθονταν με το μακρύ μαύρο φουστάνι και το τσεμπέρι στα μαλλιά, στο σκαμνάκι δίπλα στην σόμπα και όλο ιστορίες μας έλεγε.
Στο πατρικό της σπίτι, στου ΄΄ Γκιοργκίσνάσου΄΄ πήγαιναν κάθε χρόνο οι καλικάντζαροι.
Ήταν καλοί άνθρωποι και τους αγαπούσαν ακόμα και οι καλικάντζαροι. Κάθε βράδυ, έλεγε, έβαζε η γριά στα πιάτα φαγητό και τα άφηνε στο κελάρι, πάνω στα κρεμαστά ξύλινα ράφια που είχαν για το ψωμί. Το πρωί δεν έβρισκε τίποτε. Άδεια τα πιάτα. Τους άκουγε κρυφά την νύχτα η μπάμπω, που έτρωγαν και γελούσαν, με γελάκια πνιχτά και περιπαιχτικά. Άκουγε λέει, που μασουλούσαν το ψωμί και ρουφούσαν την σούπα με τα κουτάλια.
Καμιά φορά, της ζητούσαν και καφέ.
΄΄Μπάμπω καφέ… Μπάμπω καφέ….΄΄ της έλεγαν μες τα μεσάνυχτα.
Σηκώνονταν μέσα στην νύχτα αυτή η καλή γυναίκα και έψηνε καφέ στην χόβολη και τον άφηνε στα ράφια. Άκουγε μετά από την διπλανή κάμαρα, να ρουφάνε τα ξωτικά με θόρυβο τον καφέ, να πλαταγιάζουν την γλώσσα τους από ευχαρίστηση και να τις δίνουν ευχές. Δεν κατάλαβε ποτέ η γριά, γιατί αυτά τα αόρατα πλάσματα, έλεγαν ότι ήταν διαβολικά και πονηρά. Αυτή, μόνο ευχές άκουγε από το στόμα τους. Ειδικά, όταν τους άφηνε καραμέλες που τους άρεσαν πολύ. Άσε που της ύφαιναν και το πανί που είχε αρχινημένο στον αργαλειό.
Ο αργαλειός της, ήταν στημένος στο χαγιάτι. Πολλές φορές τα βράδια, άκουγαν τον αργαλειό να υφαίνει μόνος του. Τον άκουγε και όλη η γειτονιά και σκιάζονταν. Ντακ, ντακ, ντουκ , ντουκ, το χτένι χτυπούσε την κλωστή, έβλεπαν  τις πατήστρες που ανεβοκατέβαιναν μόνες τους , μια η δεξιά, μια η αριστερή, χωρίς να τις πατάει ανθρώπου πόδι, τα μιτάρια να ανεβοκατεβαίνουν και αυτά και να αλλάζουν τις κλωστές απ΄το  στημόνι , τις σαΐτες να πηγαινοέρχονται και το πανί να αυγατίζει.
Αργαλειός στημένος δεν έμενε κανένας το δωδεκαήμερο. Αν καμιά νοικοκυρά ξεχνούσε και δεν τον μάζευε, χαρά μεγάλη για τους καλικάντζαρους , παιχνίδι τρελό.  Έκοβαν όλες τις κλωστές,  ξετύλιγαν όλα τα μασούρια, έσπαζαν ένα ένα τα δόντια από τα χτένια και ξεκαρδίζονταν στα γέλια. Μόνο ο δικός της αργαλειός έμενε στην θέση του και φόβο δεν είχε κανένα. 

Ένα βράδυ, ενώ οι καλικάντζαροι έπιναν τον καφέ τους, ο πάππος, έκλασε στον ύπνο του. Τον άκουσαν τα ξωτικά και άρχισαν να γελάνε και να χοροπηδάνε πάνω στα ράφια, πάνω στις κατσαρόλες, πάνω στο κρεμαστό φανάρι που είχαν για τα φαγητά, όπου έβρισκαν.
΄΄ Μπάμπω… μπάμπω… πάππος μπρίτς… μπρίτς… πάππος μπρίτς μπρίτς…΄΄ έλεγαν και ξανάλεγαν και ξεκαρδίζονταν στα γέλια. Γελούσε και η μπάμπω μαζί τους, γελούσαμε και μεις όταν μας τα διηγούνταν η θεία Μαρία, η  Μπάνικόλαινα.
Περίμενε η μπάμπω, να ξημερώσει, για να μπεί στο κελάρι  να μαζέψει τα άδεια πιάτα και να συγυρίσει τις ακαταστασίες που οι καλικάντζαροι είχαν προκαλέσει.

Ένα άλλο βράδυ, κάθονταν η μπάμπω δίπλα στην φωτιά, έπλεκε και περίμενε ανήσυχη τον γιό της τον Γκιοργίσνάσο να γυρίσει από το βουνό που είχε πάει για ξύλα. Η ώρα περνούσε και ο Νάσος δεν φαινόταν. Ακούει τότε τους καλικάντζαρους να της φωνάζουν.
΄΄Μπάμπω… μπάμπω… το Νάσο το παντελόνι, ντούπκα ,το Νάσο το παντελόνι ντούπκα…΄΄(τρύπα δηλαδή), τους άκουγε να πηγαινοέρχονται ανήσυχοι, μα δεν καταλάβαινε γιατί, νόμιζε ότι την κορόιδευαν και συνέχιζε το πλέξιμο.
Κάποια στιγμή γύρισε ο Νάσος από τα ξύλα. Τον άκουσε που ξεφόρτωνε στην αυλή και ησύχασε. Σαν μπήκε ο γιός της μέσα, είδε ότι το παντελόνι του ήταν τρύπιο και από το πόδι του έτρεχε αίμα. Είχε χτυπήσει στο βουνό καθώς έκοβε ξύλα και έσκισε το παντελόνι του.
Τότε κατάλαβε τι ήθελαν να της πούνε τα καλικαντζάρια με την΄΄ ντούπκα΄΄ στο παντελόνι του Νάσου και γιατί ήταν τόσο ανήσυχα.

Μια φορά, λέει, ένας γείτονας, ο Κώστας ο Τρύφων, δύσπιστος και έξυπνος καθώς ήταν, δεν πίστευε όσα άκουγε για τους καλικάντζαρους.
΄΄Σιγά μην υπάρχουν καλικάντζαροι΄΄, έλεγε. ΄΄ Ποιος ξέρει ποια πειραχτήρια πάνε μέσα στην νύχτα,  τους κοροϊδεύουν και αυτοί τα πιστεύουν. Θα πάω μόνος μου ένα βράδυ και θα δω τι πραγματικά συμβαίνει ΄΄.
 Έτσι και έγινε. Πήρε το σαντάλι του και πήγε να πασταλιάσει τον καπνό του στου Γκιοργκίσνάσου.
Περίμενε… περίμενε… τίποτε. ΄΄Σιγά που θα είχε καλικάντζαρους ΄΄ σκεφτόταν  χαμογελώντας. Τέλειωσε το σαντάλι του, παστάλιασε όλο τον καπνό του, η ώρα πέρασε και έγειρε στο στρώμα κατάχαμα, που τούχε στρώσει η γριά. Κάποια στιγμή, δεν άντεξε να περιμένει, τα μάτια βάρυναν από την νύστα και τον πήρε ο ύπνος.
Ξύπνησε νωρίς, γιατί είχε  έννοια στο μυαλό του μην του ξεφύγει τίποτε. Χαμογέλασε ειρωνικά. Μήτε καλικάντζαρους άκουσε, μήτε τίποτα το παράξενο είδε. Μόνο το σώμα του αισθανόταν βαρύ και μουδιασμένο.
 ΄΄Φταίει το στρώμα που κοιμήθηκα κατάχαμα΄΄ σκέφτηκε.
Πάει να τεντώσει τα χέρια του να ξεμουδιάσει λίγο, τίποτε… αδύνατο να τα κουνήσει.
Πάει να μαζέψει τα πόδια του, το ίδιο. Πάει να σηκωθεί και σηκώνεται όλο το στρώμα μαζί του, μαζί με τα σκεπάσματα. Έβαλε τις φωνές τρομαγμένος, έτρεξε η γριά, στο κατόπι της και  ο γέρος και τι να δουν! Τα σκεπάσματα όλα ραμμένα γύρω γύρω με το στρώμα με βελονιές  μεγάλες και βαθιές, ραμμένες με σακοράφα. Άρχισε να βρίζει και να φωνάζει ο Κώστας.
΄΄Μη  μπρε παιδάκι μου, μη βρίζεις…΄΄ έλεγε η γριά. ΄΄Οι καλικάντζαροι ήταν…΄΄ θύμωσε πιο πολύ αυτός.
Έκοψαν τις ραφές, σηκώθηκε να φύγει. Ψάχνει τον καπνό που είχε πασταλιάσει από βραδύς, ο καπνός του άφαντος. Βγαίνει από την κάμαρα, και τι να δει! Τα παστάλια του όλα πεταμένα στα κεραμίδια του απέναντι σπιτιού.
΄΄ Κάποιος θέλει να με πειράξει  για να πιστέψω όλα αυτά΄΄ έλεγε και ξανάλεγε.
Έφυγε θυμωμένος και όλο σκεφτόταν ποιος μπορούσε να του κάνει τέτοιο αστείο και έσκαγε με τον εαυτό του που δεν είχε πάρει τίποτε είδηση.
Σαν έφτασε στο σπίτι του, του κόπηκε η λαλιά. Τα πόδια του άρχισαν να τρέμουν από αυτό που αντίκρισε.  Όλα του τα σαντάλια κατεβασμένα από το ταβάνι και ο καπνός πεταμένος πάνω στα σανίδια της μεγάλης σάλας. Οι σπάγκοι που συγκρατούσαν πρώτα τον καπνό, δεμένοι  ο ένας με τον άλλον σε σκοινί μακρύ και τυλιγμένο γύρω γύρω από το σπίτι.
Από τους στύλους στα ντουβάρια και από τα ντουβάρια στα πίσω παράθυρα και ξανά πάλι μπροστά στους στύλους, σε κύκλους πολλούς. Τρελάθηκε, καταστροφή μεγάλη… μα δουλειά τέτοια, που ανθρώπου χέρι δεν μπορούσε να την κάνει.
΄΄Οι καλικάντζαροι…΄΄ σκέφτηκε με τρόμο.
Από κει και πέρα, όχι μόνο δεν τόλμησε να πει πως δεν υπάρχουν καλικάντζαροι, μα πήγαινε και φαγητό και καραμέλες στου Γκιοργκίσνάσου, να φάνε το βράδυ τα ξωτικά.

Στο σπίτι αυτό, είχαν μια αδελφή, την Βασίλω. Ορφανή η Βασίλω, από μικρό παιδί, την είχαν μεγαλώσει και την είχαν αναθρέψει σαν δικό τους παιδί. Ήρθε η ώρα της παντρειάς. Της κάναν προξενιό για αρραβώνες. Πώς  όμως; φτωχοί άνθρωποι ήταν. Ίσα που τάβγαζαν πέρα. Πού παράδες για προικιά. Καθόταν το αντρόγυνο στεναχωρημένο και συζητούσαν και λογάριαζαν πώς να προικίσουν την Βασίλω, μα άκρη δεν έβρισκαν. Κάθε βράδυ, η ίδια κουβέντα, η ίδια στενοχώρια.
Ένα από αυτά τα βράδια, στα μέσα του δωδεκαήμερου, ενώ κάθονταν πάλι και έλεγαν τα ίδια και τα ίδια, άκουσαν ξαφνικά  γέλια και χαρές μέσα από το τζάκι. Σταμάτησαν να μιλούν και κοιτάχτηκαν με νόημα. Τα γνώριζαν καλά αυτά τα πνιχτά γελάκια, τα περιπαιχτικά. Τόσα βράδια, τόσα χρόνια τώρα, τα ακούνε τέτοιες μέρες από την διπλανή κάμαρα, μα σήμερα, τα΄ακούνε μες στο τζάκι, γι΄αυτό και κοίταγαν  απορημένοι.
Άκουσαν τότε φωνές  μέσα από την καμινάδα ΄΄Βασίλω ορφανό…Βασίλω ορφανό…΄΄ έλεγαν και ξανάλεγαν οι καλικάντζαροι και πολλά σούρτα φέρτα άκουγαν τα γεροντάκια, πάνω στην στέγη του σπιτιού. Ξαφνικά, εκεί που προσπαθούσαν  μήπως και κάτι διακρίνουν μέσα στο τζάκι, καμιά σκιά, κάτι να κινείται τέλος πάντων, πάγωσαν.  Κάτι γινόταν μες στο τζάκι, κάτι τους φάνηκε πως σάλεψε. Και τότε, είδαν μπροστά στα μάτια τους ένα τσιγκέλι, δεμένο σε ένα σπάγκο, να κατεβαίνει από την καμινάδα και στην άκρη του νάχει κρεμασμένο ένα σακούλι.
΄΄  Βασίλω ορφανό …Βασίλω αρραβώνα,  Βασίλω ορφανό ... Βασίλω αρραβώνα..΄΄  ακούστηκαν ξανά και ξανά οι φωνές.
Πήραν το σακούλι το άνοιξαν και τι να δουν!!!
 Ένα μπουκάλι με ποτό , γλυκά και καραμέλες για κεράσματα, μα και λίρες χρυσές και κοσμήματα για τ΄ορφανό, για τις αρραβώνες του. Έβαλε τα κλάματα η γριά απ΄την συγκίνηση και ο πάππος δεν πίστευε στα μάτια του.
Έτσι, αρραβώνιασαν την Βασίλω και την πάντρεψαν με όλα τα καλά, μόνο που δεν ήταν εκεί οι καλικάντζαροι να γελάσουν και να χαρούν μαζί τους γιατί τα νερά είχαν φωτισθεί και τρέξαν να κρυφτούν στα έγκατα της γης.
Τότε, ήταν η μοναδική χρονιά που η μπάμπω, δεν έριξε στάχτη ανήμερα των Φώτων γύρω από το σπίτι για να ξορκίσει τα δαιμόνια, μα για καλό τους κατευόδιο .

Ακόμα δεν πιστεύετε πως υπάρχουν καλικάντζαροι;
Έτσι την έπαθε και ο Τούρκος αγάς που κατοικούσε τα χρόνια τα παλιά  στο  χωριό.
΄΄Όλα είναι στην φαντασία τους΄΄ έλεγε. ΄΄Αυτοί οι γκιαούρηδες ξέρουν πολλά παραμύθια΄΄.
Άνοιξαν μια μέρα κουβέντα στο καφενείο .  Τούρκοι και Έλληνες, ζούσαν τότε μαζί, αδελφωμένοι  στο χωριό. Τι είχαν να χωρίσουν άλλωστε ;   Σηκώνονταν το πρωί και έβλεπε ο ένας τον άλλο στην αντικρινή πόρτα.΄΄ Καλημέρα΄΄ ο ένας, ΄΄Μέραμπα΄΄, ο άλλος. Μαζί έπιναν τον καφέ τους, μαζί και το ρακί τους. Χριστός και Αλλάχ, δίπλα δίπλα.
Κουβέντα στην κουβέντα λοιπόν, έφτασαν στους καλικάντζαρους, μέρες που ήτανε. Ο Αγάς να λέει ότι όλα  ήταν ιστορίες και φαντασίες των Χριστιανών και οι Χριστιανοί να προσπαθούν να τον πείσουνε πως όλα ήταν αληθινά. Γελούσε ο Αγάς και τους κορόιδευε.
΄΄Μόνο άμα δω ένα αδράχτι να κρέμεται από τον ουρανό και να γνέθει μόνο του, τότε θα σας πιστέψω ΄΄, έλεγε.
Πες τόνα… πες τάλλο …πέρασε η ώρα, κίνησε και ο Αγάς για το σπίτι του, μαζί με άλλους γείτονες. Σαν έφτασε κάτω από τον πλάτανο, σταμάτησε απότομα σοβαρός και αμίλητος.
΄΄Κάποιος με κοροϊδεύει, αλλά ποιός;΄΄  σκέφτηκε. Μπροστά του, κρεμόταν ένα αδράχτι και έγνεθε μόνο του. Σήκωσε τα μάτια στον πλάτανο, να δει ποιος τον περιγελούσε, μα άνθρωπος πουθενά. Μόνο η  κλωστή κρεμόταν ανάμεσα από τα κλαδιά του πλάτανου και γύριζε το αδράχτι και έγνεθε. Έφερε γύρω τον πλάτανο, να δει μην είναι κρυμμένος κάποιος, μα τίποτε. Μαζεύτηκε κόσμος. Κοίταγαν όλοι με τα μάτια ορθάνοιχτα, τα στόματα να χάσκουν και τις καρδιές να χτυπούν γοργά. Ψάξανε και οι άλλοι, μα άνθρωπο πάνω στον πλάτανο, δεν βρήκαν. Μόνο το αδράχτι, που κρεμόταν απ΄το πουθενά,  συνέχιζε να γυρνάει και να γνέθει μόνο του, σαν δαιμονισμένο.
΄΄Οι καλικάντζαροι ΄΄…ψέλισε κάποιος φοβισμένα.
΄΄Οι καλικάντζαροι΄΄ είπαν και οι άλλοι.
΄΄Οι καλικάντζαροι΄΄είπε στο τέλος και ο Αγάς ξέπνοα και δεν ξανατόλμησε να πει ότι οι γκιαούρηδες είχαν πολύ φαντασία και έλεγαν πολλά παραμύθια.

Θέλετε τα πιστεύετε όσα σας είπα, θέλετε όχι.
Εγώ πάντως, δεκαοκτώ χρονών κοπέλα, στην Αθήνα πια, μακριά από το χωριό και τους θρύλους του, σπουδάστρια, πίστευα ακόμα πως υπάρχουν καλικάντζαροι. Και δεν τα πίστευα απλώς, μα τάλεγα και στους φίλους μου εκεί, που ήταν από μέρη διάφορα και όχι από τα δικά μου και προσπαθούσα να τους πείσω πως ήταν αληθινά. Δεν ξέρω στους δικούς τους τόπους τι γινότανε, μα στο χωριό το δικό μου, ήταν σίγουρο ότι ερχόταν οι καλικάντζαροι.
Τότε τι νόημα είχαν οι στάχτες που όλες οι νοικοκυρές άπλωναν γύρω από τα σπίτια τους, ανήμερα των Φώτων και έδιωχναν τα ξωτικά; Μέχρι που μέβαλε κάτω ένας φίλος καλός και  αγαπημένος.
Είναι δυνατόν, μου λέει, μορφωμένη κοπέλα να πιστεύεις αυτά τα πράγματα ; Τα λες και στους άλλους και σε περιγελάνε.
Τι ήτανε να μου το πεί… γκρεμίστηκε ένας ολόκληρος κόσμος μπροστά μου. Έκατσα όλο το βράδυ, να μην κοιμάμαι και να σκέφτομαι. Η λογική έλεγε πως ο φίλος  είχε δίκιο. Η καρδιά μου όμως, που αν και ζούσα στην Αθήνα, χτυπούσε στην Μικρόπολη, έλεγε, δεν είναι δυνατόν… φυσικά και υπάρχουν καλικάντζαροι.
Έτσι, κράτησα  κι εγώ για τον εαυτό μου, την μαγεία όλων αυτών  που τα κρύα βράδια του χειμώνα άκουγα δίπλα στην σόμπα και τα φύλαξα καλά μες ΄την καρδιά  μου.
Τώρα που δεν ντρέπομαι να ιστορώ όλες αυτές τις ιστορίες, είπα  να τις μοιραστώ μαζί σας.
Ήταν πολλά αυτά  που άκουσα, μα με το πέρασμα του χρόνου και της λήθης, αυτά μόνο κατάφερα να συναντήσω στα μονοπάτια της μνήμης που διάβηκα τις μέρες τούτες.
Καλού κακού πάντως, ανήμερα των Φώτων, θα την ρίξω την στάχτη γύρω από το σπίτι και πού ξέρετε; μπορεί να ακούσω και τις φωνές των καλικαντζάρων, που θα λένε καθώς θα φεύγουνε:
Φεύγετε να φεύγουμε, έρχεται ο τουρλόπαπας
Με την αγιαστούρα του και με την βρεχτούρα του.
Μας άγιασε, μας έβρεξε και μας εκατέκαψε …


Άντε και του χρόνου χωριανοί, νάμαστε όλοι καλά, να θυμηθούμε και άλλες ιστορίες!

Κούλα Καρνετσή

Τρίτη, 4 Ιανουαρίου 2011

Καντήλκα από την Κούλα Καρνετσή

Πολλά τα έθιμα των Χριστουγέννων και της πρωτοχρονιάς σε όλη την Ελλάδα.
Πολλά τα έθιμα και στην Μικρόπολη που κάποια από αυτά συνεχίζουν και σήμερα και άλλα  τάχουμε ξεχάσει.  Κάποια από αυτά πολλοί από μας , κυρίως οι νεώτεροι, δεν τάχουμε γνωρίσει, δεν τάχουμε βιώσει.


Κάθε φυλή, κάθε ράτσα στο χωριό, είχε και τα δικά της έθιμα.
Οι ντόπιοι, αυτά που βρήκαν από τους παππούδες και τους προπάππους τους, ριζωμένα βαθειά, όπως το χώμα, οι πέτρες, οι ρίζες του πλάτανου και της φλαμουριάς, τα κράτησαν και τα συνέχισαν.
Οι πρόσφυγες, είτε Πόντιοι, είτε Θρακιώτες, είτε Ορτακινοί και Καραμανλήδες, Μικρασιάτες, Βλάχοι και Σαρακατσαναίοι, κουβάλησαν μαζί τους στις μνήμες, στις καρδιές και στις συνειδήσεις τους, πολύτιμη κληρονομιά τα πατροπαράδοτα έθιμα των προγόνων τους  και προσπάθησαν σ΄αυτόν τον καινούργιο τόπο που έμελε  να γίνει η πατρίδα τους να τα αναβιώσουν ,να τα φυτέψουν, για να βγάλουν ρίζες βαθιές και να ενωθούν με τις ρίζες και τα κλαδιά του πλάτανου και της φλαμουριάς, να περάσουν στους απογόνους και να μην χαθούν.


Κυρίαρχο έθιμο των ντόπιων, εκτός από τα κάλαντα και για τις τρείς γιορτάρες μέρες των Χριστουγέννων, της Πρωτοχρονιάς και των Φώτων , ήταν η΄΄ Καντήλκα΄΄, (το κάπνισμα). Ιεροτελεστία, που διαδραματίζονταν το βράδυ της παραμονής και των τριών γιορτών.
Το βράδυ της παραμονής των Χριστουγέννων, μαζεύονταν όλη η οικογένεια γύρω από τον σοφρά ή το τραπέζι. Στην μέση, το ψωμί το Άγιο, πούχε ετοιμάσει η γιαγιά ή η μητέρα.
 Ένα στρογγυλό ψωμί, με ένα σταυρό στην μέση και κεντίδια για στόλισμα που τάκαναν με τσιμπίδα ή με ένα πιρούνι. Γύρω γύρω, στην κορυφή του ψωμιού, σαν στεφάνι, μικρά στρογγυλά μπαλάκια από ζυμάρι,   ήταν τοποθετημένα περίτεχνα, τόσα, όσα και τα μέλη της οικογένειας,  μα και της Παναγιάς και του Χριστού που γεννιόταν την ημέρα εκείνη. Σε ένα από αυτά τα μικρά στρογγυλά μπαλάκια ψημένα μαζί με το ψωμί ,ήταν τοποθετημένο ένα νόμισμα . Δίπλα στο ψωμί, ένα πιάτο βαθύ, γεμάτο φασόλια ή σιτάρι και στην μέση μπηγμένο ένα κερί αναμμένο.  Παραδίπλα, ένα σκεύος βαθύ και ανοιχτό, γεμάτο κόκκινο κρασί. Το τραπέζι στρωμένο με φαγιά νηστίσιμα, φρούτα και καρύδια και ανάμεσα το θυμιατό, που έκαιγε και κάπνιζε και μοσχοβολούσε η κάμαρη ολάκερη απ΄το λιβάνι το καλό που το φύλαγαν οι νοικοκυρές για τις μέρες τούτες τις χρονιάρες.


Έπαιρνε ο αρχηγός της οικογένειας το θυμιατό, έλεγε την προσευχή και τις ευχές για καλά Χριστούγεννα και καλές γιορτές και θυμιάτιζε και ευλογούσε  το τραπέζι .Μετά έκανε τρείς  κύκλους πάνω από το κεφάλι του καθενός,  τους ευλογούσε και τους  κάπνιζε όλους, έναν έναν με την σειρά και έδινε στην μάνα να  βγάλει έξω από την πόρτα το θυμιατό. Εκεί το άφηναν να καίει και να καπνίζει μέχρι το πρωί,  να διώχνει τα δαιμόνια.
Σταύρωνε έπειτα με το μαχαίρι το ψωμί το Αγιασμένο και τόκοβε κομμάτια. Έπαιρνε τα μικρά στρογγυλά ψωμάκια, τα βουτούσε στο κρασί και μοίραζε ένα στον καθένα. Το πρώτο ήταν της εικόνας ή της Παναγιάς, το δεύτερο ήταν  του Χριστού και ακολουθούσαν τα μέλη της οικογένειας ξεκινώντας από τον μεγαλύτερο και τελειώνοντας στον μικρότερο. Όποιος τύχαινε το φράγκο, ήταν ο τυχερός. Αν έπεφτε στην Παναγία ή τον Χριστό, ήταν καλοτυχία για το σπιτικό.


Την παραμονή της Πρωτοχρονιάς το σκηνικό άλλαζε. Το τραπέζι δεν ήταν νηστίσιμο, γιορτινό ήταν,  με το ψωμί το Αγιασμένο και  την βασιλόπιτα χωρίς νόμισμα (γιατί το φράγκο ήταν πάλι στα ψωμάκια), με την κότα σφαγμένη και μαγειρεμένη την ημέρα εκείνη, με ντολμάδες, μπομπάρι γεμιστό και άλλα φαγητά. Γεμάτο έπρεπε να είναι το τραπέζι με όλους τους καρπούς της γης που καλλιεργούνταν και καρποφορούσαν στο χωριό, φασόλια, σιτάρι, καλαμπόκι, σύκα, μήλα, κάστανα, καρύδια και άλλα πολλά.
Απαραίτητος ο μπακλαβάς, που έθιμο ήταν και είναι ακόμη, να γίνεται την Πρωτοχρονιά. Σαράντα φύλλα άνοιγαν οι νοικοκυρές, λεπτά σαν τσιγαρόχαρτο για να τον παρασκευάσουν, με καρύδι μπόλικο και σιρόπι που μοσχοβολούσε κανέλα και γαρύφαλλο κομμένο με μαστοριά μπακλαβωτά.
Απόψε, δεν θυμιάτιζε ο πατέρας μόνο το τραπέζι και όσους ήταν γύρω από αυτό. Όλο το σπίτι κάπνιζε, μα και τον σταύλο με τα ζωντανά και τον αχυρώνα, τα αμπάρια, τις αποθήκες και τις αυλές.
Κανείς δεν έφευγε εκείνο το βράδυ από το σπίτι. Περίμεναν όλοι  την ΄΄καντήλκα΄΄.  Αφού τελείωνε το τελετουργικό και δίνονταν οι ευχές για τον καινούργιο χρόνο, τότε  έφευγαν οι άνδρες για τα καφενεία, όπου στήνονταν τα τραπέζια για χαρτιά μέχρι το ξημέρωμα. Πολλοί από αυτούς μπορεί να γύριζαν και το μεσημέρι της άλλης μέρας άλλοι χαρούμενοι και άλλοι κασούφηδες, ανάλογα με το αν είχαν χάσει, ή είχαν κερδίσει στα χαρτιά.


Την παραμονή των Φώτων η΄΄ καντήλκα΄΄ ήταν παρόμοια με των Χριστουγέννων. Το τραπέζι νηστήσιμο και το τελετουργικό παρόμοιο. Μόνο που αυτό το βράδυ, θυμιάτιζαν και έξω απ΄τον αυλόγυρο, γύρω από το σπίτι και οι νοικοκυρές έριχναν στάχτη γύρω από την μάντρα του σπιτιού για να φύγουν οι καλικάντζαροι, γιατί στην Μικρόπολη και μάλιστα στην γειτονιά μου, ερχόταν κάθε χρόνο οι καλικάντζαροι.


Πολύ τυχερή και πλούσια συναισθηματικά αισθάνομαι, γιατί είμαι από αυτούς που πρόλαβαν, έζησαν και βίωσαν την συγκίνηση και την κατάνυξη του εθίμου της καντήλκας. Ξέρω, ότι πολλοί Μικροπολιώτες διατηρούν και διαφυλάττουν  και σήμερα το έθιμο αυτό και το περνούν στα παιδιά, τα εγγόνια και τα δισέγγονά τους. Μακάρι να μιμηθούν το παράδειγμά τους και όσοι λόγω εκσυγχρονισμού το παράτησαν, γιατί τα έθιμα και οι παραδόσεις μας είναι η ταυτότητά μας και είναι αυτά που μας κάνουν να ξεχωρίζουμε σαν λαός και σαν έθνος . 


ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ ΜΙΚΡΟΠΟΛΙΩΤΕΣ
ΜΕ ΥΓΕΙΑ ΕΙΡΗΝΗ ΠΟΛΛΑ ΧΑΜΟΓΕΛΑ
ΚΑΙ ΖΕΣΤΑΜΕΝΕΣ ΤΙΣ ΚΑΡΔΙΕΣ ΜΑΣ


Κούλα  Καρνετσή